ἐπιτήδειος

ἐπιτήδειος, α, ον 1. (о вещах и лицах) годный, удобный; «способный» к чему; 2. (о лицах) преданный, близкий кому

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "ἐπιτήδειος" в других словарях:

  • ἐπιτήδειος — made for an end masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • επιτήδειος — α, ο (Α ἐπιτήδειος, ον και ος, εία, ον, ιων. τ. ἐπιτήδεος, έη, εον, δωρ. τ. ἐπιτάδειος, α, ον) 1. ικανός, επιδέξιος, κατάλληλος, έμπειρος (α. «νομάς τε ἐπιτηδεοτάτας νέμοντα», Ηρόδ. β. «ὀστρακισθῆναι μὲν ἐπιτήδειός εἰμι», Ανδοκ.) 2. (το ουδ. πληθ …   Dictionary of Greek

  • επιτήδειος — α, ο επίρρ. α 1. ο κατάλληλος για ορισμένο σκοπό, αρμόδιος, πρόσφορος: Έδαφος επιτήδειο για άσκηση άμυνας λόχου. 2. (για ανθρώπους), που έχει την ικανότητα και την πείρα να κάνει κάτι, επιδέξιος, καπάτσος: Επιτήδειος πρεσβευτής. 3. ο ικανός να… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἐπιτηδειότερον — ἐπιτήδειος made for an end adverbial comp ἐπιτήδειος made for an end masc acc comp sg ἐπιτήδειος made for an end neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιτηδειοτάτων — ἐπιτήδειος made for an end fem gen superl pl ἐπιτήδειος made for an end masc/neut gen superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιτηδειοτέραις — ἐπιτήδειος made for an end fem dat comp pl ἐπιτηδειοτέρᾱͅς , ἐπιτήδειος made for an end fem dat comp pl (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιτηδειοτέρων — ἐπιτήδειος made for an end fem gen comp pl ἐπιτήδειος made for an end masc/neut gen comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιτηδειοτέρως — ἐπιτήδειος made for an end adverbial comp ἐπιτήδειος made for an end masc acc comp pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιτηδειότατα — ἐπιτήδειος made for an end adverbial superl ἐπιτήδειος made for an end neut nom/voc/acc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιτηδειότατον — ἐπιτήδειος made for an end masc acc superl sg ἐπιτήδειος made for an end neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιτηδείων — ἐπιτήδειος made for an end fem gen pl ἐπιτήδειος made for an end masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.